Ο Βασίλης Λέκκας στο Θέατρο Ολύμπια – “Μαρία Κάλλας” της Ανθούλας Δανιήλ

2019-06-07 19:02

«Ο Βασίλης Λέκκας στο Θέατρο Ολύμπια – “Μαρία Κάλλας”» της Ανθούλας Δανιήλ

21 Μαΐου 2019, Κωνσταντίνου και Ελένης, το Εργαστήρι Ελληνικής Μουσικής με την Καλλιτεχνική Διεύθυνση του Άγγελου Ηλία και τον εκρηκτικό, σε κάθε του εμφάνιση, Βασίλη Λέκκα, εόρτασε και διασκέδασε το κατενθουσιασμένο κοινό.

Το θέατρο κατάμεστο. Η ώρα ευτυχισμένη. Η ορχήστρα πήρε τη θέση της. Ένας ένας οι μουσικοί τέλειοι και ο Βασίλης Λέκκας, ο Λέκκας που οι μεγαλύτεροι τον ξέρουμε από παιδί, από νεαρό τραγουδιστή του Μάνου Χατζιδάκι, πήρε θέση μπροστά στο μικρόφωνο. Καλοντυμένος, άφθαρτος από τον χρόνο, και στην εμφάνιση και στη φωνή, μελωδικός και επαναστατικός, έντεχνος και λαϊκός, μοντέρνος και παραδοσιακός, τραγούδησε τα πάντα και τραγουδήσαμε όλοι μαζί του τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, του Μίκη Θεοδωράκη, του Γιάννη Μαρκόπουλου, του Γιάννη Σπάθα, πολλούς άλλους, παλιά και νέα δουλειά του, όλα ωραία, ατμοσφαιρικά και συναισθηματικά και επαναστατικά.

Ο Λέκκας άρχισε να τραγουδά με τον Χατζιδάκι στις 2 Απριλίου 1980 στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, σε απευθείας μετάδοση από το Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, και από τότε δεν σταμάτησε ποτέ. Τα ερτζιανά αποθήκευσαν τη φωνή του για πάντα. Το ρεπερτόριό του είναι πλούσιο. Η δισκογραφία του επίσης. Από εκεί, λοιπόν, από το προσωπικό του θησαυροφυλάκιο ανέσυρε την «Μπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων» (Ουρανέ, όχι δεν θα πω το ναι) σε στίχους Άρη Δαβαράκη που ήταν εκεί, μαζί μας, και όλοι μας ανεβασμένοι στον ουρανό. «Μην τον ρωτάς τον ουρανό»· το ωραιότατο τραγούδι που ο Μάνος έγραψε μέσα σε δυο λεπτά και η Τζένη Καρέζη το τραγούδησε στην ταινία Το νησί των γενναίων. Ένα τραγούδι που έκανε τον γύρο του κόσμου, και στην Αμερική το τραγούδησε και η Μπρέντα Λι, με τίτλο «All alone am I». Τώρα το τραγούδησε ο Λέκκας με τον δικό του τρόπο.

Το «Κόκκινο σημάδι» του Γιάννη Σπάθα, σε στίχους Ευγένιου Αρανίτση, μιλάει για γυναίκες από την Περσία, τον Νείλο, τη Σανγκάη, το Δελχί, που τραγουδούν όλες μαζί την κοινή τους εμπειρία: Η αγάπη είναι ένα πιόνι σε παρτίδα που τελειώνει. Η βραδιά όμως δεν τελειώνει ακόμα. Έχουμε ώρα μπροστά μας· θα βγει ο Μίκης Θεοδωράκης με τα λαϊκά του και θα απογειώσει το θέατρο: «Βράχο βράχο τον καημό μου» σε στίχους Δ. Χριστοδούλου, «Φεγγάρι μάγια μου ’κανες» σε στίχους Ερ. Θαλασσινού, «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» σε στίχους του Τ. Λειβαδίτη και, από τα νεότερα, «Τα μεγάλα μου τα λάθη», σε στίχους της Λ. Νικολακοπούλου. Προλογίζοντας το τραγούδι ανέλαβε την ευθύνη: «Τα μεγάλα μου τα λάθη/ θέλω ο κόσμος να τα μάθει/ γιατί χάνω τα νερά μου/ μακριά απ’ τα όνειρά μου […]/ Μια φωνή μού λέει προχώρα/ δεν τελειώνει εδώ η χώρα». Και να η «Χώρα» του Γιάννη Μαρκόπουλου, με μια λύρα που κλαίει και ανάμεσα σε άλλα λέει: «Όταν η τέχνη κι η ιστορία μας λύνουν κάθε απορία,/ βγαίν’ η ψυχή με φως γλυκό στης Μεσογείου το γιαλό/ Είσαι η χώρα η αντάρτισσα, όταν γεννιόμουν σ’ αφουγκράστηκα/ Πήρα εικόνα πήρα φως κι έγινα χορευτής λαός […] Ήρθα στα πιο ψηλά βουνά με των αγγέλων τα φτερά,/ για να μου πεις με ποιο σκοπό, μέχρι να ζω θα σ’ αγαπώ».

Ελευθερώνεται από τον απολλώνιο τρόπο του Χατζιδάκι και σαν άνεμος που έσκισε τον ασκό, σαν λάβα ηφαιστείου εκτινάσσεται.

Θα σταματήσω για λίγο στο τραγούδι «Καημέ» του Θανάση Πάνα: «Της πληγής μου το σημάδι/ δεν το γιάτρεψα/ μη μου σβήσει και ξεχάσω/ πόσο σε λάτρεψα./ Μαύρα ρούχα σαν τη νύχτα/ εγώ τα φόρεσα/ σχόλες και γιορτές κι αν ήρθαν/ εγώ δε χόρεψα». Ένα τραγούδι που δεν απευθύνεται στην ακοή ή στην ψυχή, αλλά τέμνει σαν κάθετος άξονας όλη την ύπαρξη και βγάζει στο φως τον σκοτεινό Διόνυσο.

Έχει πολλές φορές ειπωθεί ότι η ελληνική μουσική είναι πλουσιότατη σε όλα τα είδη της και μοναδική, αγαπήθηκε από όλο τον κόσμο και μεταφέρει σε όλο τον κόσμο τον αρχαίο, τον παραδοσιακό και τον μοντέρνο ήχο. Και ο Λέκκας είναι απ’ όλα, και Απόλλωνας και Διόνυσος. Ελευθερώνεται από τον απολλώνιο τρόπο του Χατζιδάκι και σαν άνεμος που έσκισε τον ασκό, σαν λάβα ηφαιστείου εκτινάσσεται. Επανέρχεται και στα παλιά και στα καινούρια, ανανεώνει και αναβαθμίζει (επιτρέψτε μου) το περιφρονημένο ρεμπέτικο, μεταπλάθει τα παλιά, δημιουργεί νέα, πάντα με την ίδια δυναμική ορμή. Και από το περίφημο «δίχτυ» των Γκάτσου-Ξαρχάκου ξαναπετιέται στο νεότερο «Κλειστό λόγω αγάπης» των Βάσως Αλλαγιάννη – Μαρίας Παπαδάκη.

Και μια παρατήρηση. Όταν τραγουδάει τα τραγούδια του, τραγουδάει όρθιος, ελέγχει την κίνηση, το σώμα λικνίζεται στον ρυθμό, το αριστερό χέρι με τον αγκώνα πίσω ακουμπά στη μέση και το δεξί γίνεται τιμόνι για την ερμηνεία. Όταν τραγουδάει τα παλιά ωραία ρεμπέτικα-λαϊκά, παίρνει την καρέκλα και κάθεται και τότε τρίζει ο τόπος και όλος γίνεται μια έκρηξη με διασκορπισμένα τα μόρια της ψυχής και του σώματος στο σύμπαν. Είναι το «Ασίκικο Πουλάκη», των Θεοδωράκη-Γκανά, που παίρνει τη μορφή του Λέκκα: «Κοίτα με στα μάτια, πάτα όπου πατώ/ κράτα με καλά απόψε μην αναληφτώ»· και διορθώνοντας τον στίχο: «για ν’ αναληφθώ». Κι εμείς όλοι μαζί.

Ο Λέκκας δεν είναι μόνο αυτός που βλέπουμε στην τηλεόραση, που μας ξεσηκώνει και μας παρασύρει με το τραγούδι του, την έντασή του, τον ρυθμό του, το ξέσπασμά του – ο «νέος Ζορμπάς», όπως είπε ο μέγας Μίκης· ο Λέκκας είναι αυτός που μεταμορφώνεται ανάλογα με το τραγούδι, παίζει με το εργαλείο της φωνής του, με τη γλώσσα του σώματός του, με την έκφραση του προσώπου του το δικό του τραγουδιστικό θέατρο. Κάνει προσωπικές δημιουργίες όλα τα τραγούδια που τραγουδάει. Αναμετριέται με τα μεγάλα πρότυπα του παρελθόντος, τιμώντας τα για τη μεγάλη προσφορά τους στο τραγούδι, όπως τον Στέλιο Καζαντζίδη, «Να σου δώσω μια να σπάσεις».

Ανάμεσα στα τραγούδια και στα σχόλια, τα απομυθοποιητικά για τον εαυτό του, πάντα, και ποτέ για τους άλλους, γέφυρες και περάσματα από το ένα στο άλλο, μας ανακοίνωσε μία από τις πολλές συνεργασίες του: το φθινόπωρο θα τον δούμε στο Ηρώδειο πλάι στον Αντρέα Μποτσέλι!

Καλλιτέχνης σεμνός, ώριμος, σοβαρός, άμεσος, επικοινωνιακός, ευγενικός, αυθόρμητος και συγκρατημένος, ολοκλήρωσε το πρόγραμμά του, ενώ από κάτω το κοινό χειροκροτούσε και του ζητούσε, άλλος την «Αθανασία», άλλος τον «Μπολιβάρ», άλλος τον «Κεμάλ», ό,τι ήθελε ο καθένας. Κι εκείνος: Επειδή βλέπω ομοφωνία –είπε– θα σας πω τον «Κεμάλ»· και τον είπαμε όλοι μαζί. Τον ασυλλόγιστο «Κεμάλ», έναν πρίγκιπα της Ανατολής που νόμιζε πως μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο· όχι, ο Γκάτσος δεν είχε έρθει, ήταν όμως κι αυτός στον ουρανό ψηλά πρωτοτραγουδιστής μαζί με τον Μάνο στο πιάνο.

Καληνύχτα Κεμάλ, καληνύχτα Βασίλη, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ. Εμείς, όμως, όση ώρα τραγουδούσαμε μαζί σου, αλλάζαμε και ξεχνούσαμε όλα αυτά που ποτέ δεν θα αλλάξουν. Σε ευχαριστούμε για το δώρο, όπως και τον Δήμο Αθηναίων, που μας πρόσφερε αυτή τη χαρά σ’ αυτό το ωραίο παλάτι-θέατρο.

 

 

πηγή : diastixo.gr