Εκεί που Σημασία έχει ο Προορισμός…

2013-01-10 00:28

per_ipeirouΔεν έχουν ίντερνετ. Ξεροσταλιάζουν πάνω από το τηλέφωνό τους περιμένοντας το μαγικό χτύπημα που θα φέρει στην άλλη άκρη του ακουστικού τα εγγόνια και τα παιδιά. Πάσχα, Χριστούγεννα και καλοκαίρι κάθονται καρτερικά στην πόρτα αναμένοντας βουβά το αυτοκίνητο να ακουστεί καθώς θα κατεβαίνει τον κατηφορικό χωματόδρομο. Και μόλις εκείνο φτάσει, φωτίζονται τα ροζιασμένα πρόσωπά τους. Οι ηπειρώτισσες γιαγιάδες είναι βγαλμένες από τον πόνο της ξενιτιάς του Καζαντζίδη και από τα νοσταλγικότερα ποιήματα του Μιχάλη Γκανά. Οι γιαγιάδες της Ηπείρου είναι ένα ποίημα η καθεμία.

Τα εγγόνια ξεκινούν από την Αθήνα και από τα άλλα αστικά κέντρα της χώρας με τα λάπτοπ ανά χείρας, με το «ξενέρωμα» που θα αφήσουν τους φίλους τους έστω και για λίγο για να δουν φίλους που βλέπουν δύο ή τρεις φορές το χρόνο στο χωριό. Κοιμούνται στο δρόμο, γέρνουν ο ένας πάνω στον άλλον στις απότομες στροφές, τσακώνονται και σταματούν, όταν δεήσει ο οδηγός μπαμπάς, για να ξεδιψάσουν σε μία από τις εκατοντάδες πηγές με το κρυστάλλινο νερό που για χιλιάδες χρόνια κυλάει από τα χιονισμένα βουνά.

Οι αγκαλιές της γιαγιάς, σαν μην υπάρχει αύριο. Μόνιμα αναμμένο τζάκι από Οκτώβριο μέχρι Μάιο, έτσι κι αλλιώς ξύλα υπάρχουν, τα γίδια και τα πρόβατα τρώνε μόνο τα φύλλα από το «κλαρί». Στις 16.00 η γιαγιά θα κάτσει να δει «το έργο». Τούρκικο ή μεταγλωττισμένο μεξικάνικο και θα συνομιλεί με την οθόνη:  «Καλά σου έκανε αλήτη», «τι παλιάνθρωπος είσαι». Τι θα φάμε το βράδυ; Κάτι στο πετρογκάζ, πόσο λίγη σημασία έχει…

Και σιγά σιγά νυχτώνει. Τα εγγόνια, αν είναι λίγο μεγαλύτερα, θα πάρουν το αυτοκίνητο του μπαμπά και θα ανηφορίσουν για τα άλλα χωριά. Η γιαγιά θα γκρινιάξει, πάντα καλοπροαίρετα. «Γιατί να πας εκεί; Σας κοροϊδεύουν και πάτε εσείς εκεί και αυτοί δεν έρχονται ποτέ». Φυσικά με τον τρόπο της θα προκαλέσει τους γονείς να μην αφήσουν τα παιδιά να γυρίσουν αργά. Μάταια. Είναι διακοπές. Όταν τα εγγόνια θα γυρνούν από την έξοδο, η γιαγιά θα πίνει ήδη τον ελληνικό της και θα ετοιμάζεται για την εκκλησία.

Δεν ξέρουν από οικονομική κρίση οι γιαγιάδες. Πάντα έπαιρναν λίγα χρήματα από τη σύνταξη του ΟΓΑ. Τώρα παίρνουν λίγο λιγότερα. Το χαρτζιλίκι όμως θα το δώσουν. Και μετά θα αρχίσουν τις ιστορίες. Οι ιστορίες απευθύνονται σε όλους. Οι ιστορίες είναι για να κοιμούνται τα παιδιά και να ξυπνούν οι μεγάλοι, λέει ο Χόρχε Μπουκάι. Φαντάσματα, η τάδε που χώρισε τον άντρα της και όλο το χωριό τη συζητάει, η εγγονή του άλλου που έγινε δασκάλα (μεγάλη τιμή για τις γιαγιάδες).

Και κάπου εκεί έρχεται το πανηγύρι. Αν είναι ελεύθερος ο χορός, τα εγγόνια πίνοντας τις μπύρες και τρώγοντας τα σουβλάκια θα αρχίσουν δειλά  δειλά να χορεύουν. Στα διπλανά τραπέζια, κερνάει μπύρες ο θείος, ο μπαμπάς, ο παππούς. Αν το πανηγύρι είναι με χαρτούρα, η νεολαία «πέφτει» ψυχολογικά. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία «κολλάνε» τη χαρτούρα στην ορχήστρα, πληρώνουν δηλαδή και αρχίζουν να χορεύουν στους αργούς, πονεμένους ηπειρώτικους ρυθμούς. Και οι νέοι έρχονται να συμπληρώσουν τον κύκλο. Οι μουσικοί παίζουν μέχρι το πρωί. Θα παίξουν τον «σκάρο» και θα τελειώσουν υποχρεωτικά με το «πιπέρι» στο οποίο ο πιο τολμηρός θα βγάλει τη ζώνη και θα δέρνει τους χορευτές.

Λίγες μέρες και πολλή αγάπη μετά, πλησιάζει η ώρα της επιστροφής. Κανείς δεν θέλει να φύγει. Η γιαγιά συνήθισε την παρουσία όλων, τα παιδιά πρέπει να επιστρέψουν στην καταραμένη δουλειά και τα εγγόνια σκέφτονται σιγά σιγά τα σχολεία που ανοίγουν σε λίγες μέρες. Ο ποιητής λέει πως σημασία έχει το ταξίδι και όχι ο προορισμός. Μάλλον δεν πέρασε από την Ήπειρο…

 

 

 

Το Site έχει την άδεια της ΑΕΠΙ.

Τα Μουσικά έργα παρέχονται μόνο για ιδιωτική χρήση κάθε επισκέπτη – χρήστη και απαγορεύεται η με οποιονδήποτε τρόπο περαιτέρω εκμετάλλευση αυτών χωρίς την προηγούμενη άδεια της ΑΕΠΙ.