Συλλογικό: «Θεσσαλονίκη. Μια πόλη σε μετάβαση, 1912-2012»

2017-10-11 08:38

Με μια ασπρόμαυρη, προοπτική φωτογραφία της Θεσσαλονίκης, υποδέχεται το αναγνωστικό του κοινό ο συλλογικός τόμος Θεσσαλονίκη. Μια πόλη σε μετάβαση, 1912-2012. Χωρίς χρωματικές αποκλίσεις και εστιακές μεγεθύνσεις, με μια πλατιά και ανοιχτή ματιά στον θαλάσσιο ορίζοντα η φωτογραφική απεικόνιση της πόλης, που έγινε αποκλειστικά για τις ανάγκες του συγκεκριμένου εξωφύλλου, αποδεικνύεται, στις σελίδες που ακολουθούν, απόλυτα αντιπροσωπευτική του περιεχομένου της παρούσας έκδοσης. Εκεί, λοιπόν, που το παραδοσιακό παρελθόν της νεότερης ιστορίας της πόλης συναντά την ευρωπαϊκή, σύγχρονη και αστική διάστασή της, έχοντας πάντοτε στο βάθος τούς ανοιχτούς ορίζοντες να τη συντροφεύουν, ο Δήμος Θεσσαλονίκης, σε συνεργασία με μια ομάδα δραστήριων και φιλοπρόοδων Θεσσαλονικέων, διοργάνωσε τον Οκτώβριο του 2012 Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με αφορμή τη συμπλήρωση των εκατό χρόνων από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Η εν λόγω έκδοση αποτελεί μια συγκεντρωμένη και επιμελημένη παρουσίαση της συντριπτικής πλειονότητας των εισηγήσεων του ομότιτλου συνεδρίου, το οποίο είχε αποτελέσει την κυριότερη επιστημονική εκδήλωση στο πλαίσιο του επετειακού εορτασμού της εκατονταετηρίδας.

Την επιστημονική επιμέλεια και την ευθύνη για την ολοκλήρωση της έκδοσης Θεσσαλονίκη. Μια πόλη σε μετάβαση, 1912-2012 είχε αναλάβει ο καθηγητής Δημήτρης Καιρίδης, ο οποίος και υπογράφει την «Εισαγωγή», ενώ την επιστημονική καθοδήγηση του ομότιτλου Διεθνούς Συνεδρίου είχε ο καθηγητής Βασίλης Γούναρης, στον οποίο ανήκουν τα «Συμπεράσματα». Η αταλάντευτη παραδοχή της άποψης ότι το 1912 αποτελεί σπουδαιότατη τομή στην ιστορική συνέχεια της πόλης, καθώς τότε συντελείται η ολοκλήρωση και ταυτόχρονα η έναρξη του νέου της ιστορικού κύκλου, αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία δομήθηκαν οι τρεις άξονες του βιβλίου. Στο πρώτο μέρος, λοιπόν, «Αναζητώντας ταυτότητα», επιχειρείται μια συνθετική προσέγγιση της ταυτοτικής διαδρομής της Θεσσαλονίκης πριν και μετά το 1912. Στη δεύτερη θεματική ενότητα, «Μια πόλη σε μετάβαση», ο αναγνώστης παρακολουθεί τις αλλαγές που συνέβησαν στη φυσιογνωμία της πόλης κατά τη μετάβασή της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο Ελληνικό Κράτος. Το τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου, «Χαρτογραφώντας το μέλλον της Θεσσαλονίκης», ξεκινά από τον βαθύτατο προβληματισμό για τη μελλοντική πορεία της πόλης και προσδοκά την ανάπτυξη ενός ουσιαστικού διαλόγου για τον προσανατολισμό που πρέπει πλέον να χαραχτεί προκειμένου να ξεφύγει η Θεσσαλονίκη από τα στενά όριά της.

Το υψηλό επίπεδο των εισηγήσεων, σε συνδυασμό με την πολυσυλλεκτικότητα των επιστημονικών πεδίων καθώς και των τόπων καταγαγωγής των συγγραφέων δημιουργούν ένα πολυδιάστατο και κοσμοπολίτικο ανάγνωσμα, όπου η διεθνής βιβλιογραφία και οι ετερόκλητοι προβληματισμοί βρίσκουν γόνιμο έδαφος διάδρασης.

Οι 35 εισηγήσεις που συγκεντρώθηκαν είναι όλες γραμμένες σε άριστη ελληνική γλώσσα και, παρά τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα τους, μπορούν να κατανοηθούν εύκολα από ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό κάθε ηλικίας. Για όσους, όμως, ενδιαφέρονται να εμβαθύνουν περισσότερο, και έτσι να αποτελέσει η εν λόγω έκδοση πηγή περαιτέρω αναζητήσεων και προβληματισμών, υπάρχει ένα πλήθος βιβλιογραφικών παραπομπών να συνοδεύει την κάθε εισήγηση. Με τον τρόπο αυτό το βιβλίο μπορεί να καλύψει συγχρόνως τις ανάγκες και ενός πιο εξειδικευμένου επιστημονικού κοινού. Η ποικιλία και η υψηλού επιπέδου ποιότητα της θεματολογίας του είναι που μπορούν να εγγυηθούν με αρκετή ασφάλεια τη διαχρονικότητά του. Η εμφάνιση και η ποιότητα της έκδοσης Θεσσαλονίκη. Μια πόλη σε μετάβαση, 1912-2012 είναι απλή και λιτή. Αποτελείται από 583 σελίδες, συμπεριλαμβανομένων πινάκων, παραρτημάτων, χαρτών και φωτογραφιών. Στο τέλος υπάρχει ευρετήριο ονομάτων και όρων.

Όπως προκύπτει ευθύς εξαρχής από τον κατάλογο των περιεχομένων, συντάκτες των άρθρων δεν είναι μόνο διακεκριμένοι ιστορικοί, όπως ίσως θα περίμενε κανείς, αλλά και αναγνωρισμένοι οικονομολόγοι, νομικοί, διεθνολόγοι, κοινωνικοί και πολιτικοί επιστήμονες, αρχαιολόγοι, ακόμη και αρχιτέκτονες, μηχανικοί και πολεοδόμοι από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Το υψηλό επίπεδο των εισηγήσεων, σε συνδυασμό με την πολυσυλλεκτικότητα των επιστημονικών πεδίων καθώς και των τόπων καταγαγωγής των συγγραφέων δημιουργούν ένα πολυδιάστατο και κοσμοπολίτικο ανάγνωσμα, όπου η διεθνής βιβλιογραφία και οι ετερόκλητοι προβληματισμοί βρίσκουν γόνιμο έδαφος διάδρασης. Ως προς αυτό το σημείο, λοιπόν, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς με αρκετές αξιώσεις ότι ο παρών τόμος δεν αποτελεί αντίγραφο παλαιότερων εκδοτικών προσπαθειών, αφιερωματικών στην πόλη.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη. Κάτι πολύ πιο ουσιαστικό που κάνει τον υπό ανάλυση τόμο να διακρίνεται και να ξεπερνάει τις παρόμοιες, αντίστοιχες προσπάθειες που είχαν επιχειρηθεί στο παρελθόν. Πέρα και έξω από κάθε διάθεση υπονόμευσης της αξίας και της σπουδαιότητας των ευμεγεθών εικονογραφημένων εκδόσεων, που δημοσιεύτηκαν τα τελευταία χρόνια με αφορμή πανηγυρικούς εορτασμούς της πόλης, εκείνο που αδιαμφισβήτητα πρόβαλλε σταθερά μέσα από τις σελίδες τους ήταν άλλοτε η αμηχανία τους να συνδιαλλαγούν με ιστορικές περιόδους που δεν είχαν «αποκατασταθεί» στη συλλογική συνείδηση και άλλοτε η αδυναμία τους να ισορροπήσουν ανάμεσα στις πολιτικές και εορταστικές απαιτήσεις. Αμηχανίες, αδυναμίες και θεματικοί περιορισμοί δεν υπάρχουν εν προκειμένω. Το στοιχείο εκείνο μάλιστα που αναμφίβολα επιτρέπει σε κάποιον να κατατάξει τον εν λόγω συλλογικό τόμο σε μια στέρεα βάση ακαδημαϊκής και βιβλιογραφικής πρωτοτυπίας είναι ότι αυτός αποτέλεσε εύφορο πεδίο ενός πολύπλευρου διεπιστημονικού προβληματισμού αναφορικά με τις επιτυχείς συνέχειες αλλά και τις αποτυχείς ρήξεις που συνέβησαν στη διαδικασία μετάβασης της πόλης από τη θεοκρατική και φεουδαρχική αυτοκρατορία των Οθωμανών σε ένα ελληνικό εθνικό κράτος του οποίου η κοινωνική, πολιτική και οικονομική δομή βρισκόταν σε καταφανή απόσταση από αυτή των προκατόχων.

Το 1912 η νικηφόρα προέλαση του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη αποτέλεσε εξέχουσα τομή στην ιστορία της πόλης, η οποία από την ίδρυσή της μεχρι σήμερα μετρά 23 αιώνες διαρκούς αστικής παρουσίας. Το γεγονός ότι η Θεσσαλονίκη ήταν πάντοτε στην ιστορία της μια μεγάλη πόλη, η οποία κατάφερε αδιάλειπτα να διατηρήσει τον αστικό της χαρακτήρα, αποτελεί ίσως το πλέον ουσιαστικό στοιχείο της ταυτότητάς της. Από την ελληνιστική της ίδρυση μέχρι την ένταξή της στο ελληνικό κράτος, και παρά την αλλαγή των αυτοκρατοριών στο πέρασμα του χρόνου, η Θεσσαλονίκη ήταν πάντοτε η σημαντικότερη πόλη και λιμάνι στην απόληξη της νότιας βαλκανικής χερσοννήσου. Σε αυτούς ακριβώς τους λόγους θα πρέπει να αναζητηθεί το γεγονός ότι είναι μία από τις λίγες πόλεις που έχει αναπτύξει τη δική της ιστορική βιβλιογραφία, η οποία μάλιστα είναι αχανής και ελκυστική στο αναγνωστικό κοινό, ενώ ταυτόχρονα είχε την τύχη να «διακονηθεί» επιστημονικά, ιστορικά και λογοτεχνικά από προικισμένους ανθρώπους του πνεύματος.

Επαναστατικά και εθνικιστικά κινήματα, πολιτικές τάσεις, ριζοσπαστικές ιδεολογίες, τρομοκρατικές ενέργειες και αντισημιτισμός συναντώνταν στην πόλη τις παραμονές της απελευθέρωσής της. Ακροβατώντας μεταξύ Ανατολής και Δύσης, οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης κλήθηκαν τότε να προσδιορίσουν εκ νέου βασικά στοιχεία της ταυτότητάς τους που αφορούσαν στην θρησκεία τους, την παράδοσή τους, κυρίως όμως στην εθνική τους ιδεολογία.

Σε όλο αυτό το διάστημα της ιστορικής της παρουσίας δεν υπήρξε ποτέ πρώτη, αλλά πάντοτε δεύτερη, στοιχείο που επέτρεψε να αναπτυχθούν στους κόλπους της επαναστατικά κινήματα. Μακριά από τα εμπόδια και τους περιορισμούς της πρωτεύουσας, στη Θεσσαλονίκη εμφανίστηκαν και έδρασαν τον 14ο αιώνα οι Ζηλωτές και τον 17ο αιώνα οι καμπαλιστές του Σαμπατάι Σεβί, ενώ στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα η πόλη έγινε το σημείο εκκίνησης του σλαβομακεδονικού εθνικισμού της VMRO, η έδρα του νεοτουρκικού κινήματος και ταυτόχρονα το σημείο ζύμωσης των σοσιαλιστών της περιώνυμης Φεντερασιόν του Αβραάμ Μπεναρόγια, αλλά και το κέντρο της ανάπτυξης του «δημοτικισμού» σε μια προσπάθεια καλλιέργειας και διαμόρφωσης της κοινής εθνικής γλώσσας.

Η ολοκλήρωση του Συνεδρίου του Βερολίνου το 1878 είχε εν πολλοίς προοιωνίσει ότι η πόλη θα βρισκόταν τα αμέσως επόμενα χρόνια στο επίκεντρο σπουδαίων ιστορικών και γεωγραφικών ανακατατάξεων που θα άλλαζαν άρδην την ανθρωπογεωγραφία της νότιας βαλκανικής. Το κυρίαρχο εβραϊκό στοιχείο της Θεσσαλονίκης, για λόγους που αφορούσαν στην ίδια την υπόστασή του, αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό τις πολιτικές εξελίξεις που λάμβαναν χώρα, τόσο στο εσωτερικό της παραπαίουσας αυτοκρατορίας των Οθωμανών όσο και σε διεθνές επίπεδο. Η μουσουλμανική κοινότητα, η οποία είχε αναθρέψει στους κόλπους της τον μετέπειτα θεμελιωτή του σύγχρονου τουρκικού κράτους, Μουσταφά Κεμάλ, είχε κάθε λόγο να αγωνιά για το μέλλον της. Οι Σλαβομακεδόνες εθνικιστές της πόλης προκαλούσαν σε αυτήν τρομοκρατικά χτυπήματα, που εκφράζονταν με ανατινάξεις κτιρίων και δολοφονίες ισχυρών τοπαρχών. Τέλος, ο ελληνικός χριστιανικός πληθυσμός της Θεσσαλονίκης, στραμμένος στο ελληνιστικό και βυζαντικό παρελθόν, προσδοκούσε στην «αποκατάσταση» της ελληνικότητας και την ένταξη της πόλης στον ελληνικό εθνικό κορμό.

Επαναστατικά και εθνικιστικά κινήματα, πολιτικές τάσεις, ριζοσπαστικές ιδεολογίες, τρομοκρατικές ενέργειες και αντισημιτισμός συναντώνταν στην πόλη τις παραμονές της απελευθέρωσής της. Ακροβατώντας μεταξύ Ανατολής και Δύσης, οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης κλήθηκαν τότε να προσδιορίσουν εκ νέου βασικά στοιχεία της ταυτότητάς τους που αφορούσαν στην θρησκεία τους, την παράδοσή τους, κυρίως όμως στην εθνική τους ιδεολογία. Ο κοσμοπολιτισμός που απέπνεε η πόλη σε κάθε έκφανση της καθημερινότητάς της αρθρώθηκε στη βάση ετερόκλητων και κάποτε ασυμβίβαστων δομών, που άλλοτε συγκρούονταν και άλλοτε προσπαθούσαν να συμπορευτούν. Για τον λόγο αυτό δεν μπόρεσε να δομήσει ποτέ έναν χαρακτήρα νεωτερικότητας. Όπως προκύπτει εμφατικά μέσα από τις σελίδες τής υπό ανάλυσης έκδοσης, η Θεσσαλονίκη ήταν και παρέμεινε μια «λεβαντίνικη» πόλη, όπως ήταν λόγου χάρη η Σμύρνη και η Αλεξάνδρεια, η οποία όμως βρέθηκε στο επίκεντρο των μεγάλων ιστορικών αλλαγών που σηματοδοτήθηκαν με την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου.

Αυτό που προκύπτει, τελικά, ως συμπέρασμα μέσα από τις σελίδες του βιβλίου και συνιστά επομένως την πρωτότυπη συμβολή του στον ακαδημαϊκό διάλογο είναι ότι το 1912 αποτελεί μια αδιαμφισβήτητη ιστορική τομή στην πολύχρονη πορεία της Θεσσαλονίκης, μια τομή που, όμως, δεν υπήρξε το ίδιο ρηξικέλευθη σε όλες τις εκφάνσεις της συμπεριφοράς και της νοοτροπίας των κατοίκων της. Η μετάβαση από το φεουδαλιστικό, θεοκρατικό αυτοκρατορικό παρελθόν στο παρόν του έθνους-κράτους δεν έγινε ανώδυνα, αντίθετα μάλιστα προκάλεσε μεγάλες και βαθύτατες τραυματικές παρεκκλίσεις, οι οποίες, πέρα από τον πολιτισμικό και ιδεολογικό τους χαρακτήρα, διέθεταν σαφείς κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις. Το 1917 η μεγάλη καταστροφική πυρκαγιά και το 1922 η υποχρεωτική αναταλλαγή των πληθυσμών άλλαξαν άρδην την εικόνα που είχε η πόλη μέχρι την παράδοσή της από τον Χασάν Ταξίν Πασά. Το τουρκικό και το βουλγαρικό στοιχείο είχαν πλέον απομακρυνθεί, ενώ αντίθετα το εβραϊκό κατάφερε να αναπτύξει μια επιτυχημένη σχέση με το ελληνικό. Εκείνα, όμως, που έμελλαν στο εξής να διαμορφώσουν την εικόνα της πόλης και να διαδραματίσουν σημαίνοντα ρόλο ήταν η έλευση του προσφυγικού στοιχείου και, δύο περίπου δεκαετίες αργότερα, η φοβερή εξόντωση του συνόλου σχεδόν της ακμάζουσας εβραϊκής κοινότητας από τον ναζιστικό στρατό.

Η συμφιλίωση με τα ιστορικά δεδομένα της ύστερης οθωμανικής περιόδου δεν έχει επέλθει ακόμη και οι αναγκαίοι «συμβολισμοί» που απαιτούνται από την ιδεολογία του εθνικισμού δεν άφησαν την πόλη να αναπτύξει τη δική της νεωτερικότητα, τη δική της ιδιαίτερη μορφή και, επομένως, να αναζητήσει αδέσμευτη και με ενάργεια την μελλοντική της κατεύθυνση.

Σταδιακά, τότε φάνηκε ότι αναπτυσσόταν μια νέα δυναμική στη Θεσσαλονίκη. Μια δυναμική που προκαλούσε σαφή ρήξη με το παρελθόν και οτιδήποτε αυτό συνόδευε. Το «παλαιό» και το «νέο» αποτέλεσαν έκτοτε τους δύο «ανταγωνιστικούς» πόλους ενός αντιθετικού, διπολικού σχήματος. Οι ταυτότητες και οι ιδεολογίες των περασμένων χρόνων, καθώς και τα ετερόκλητα κέντρα αναφοράς της κοσμοπολίτικης Θεσσαλονίκης υποχωρούσαν σταδιακά μπροστά σε μια νέα ελληνοκεντρική εθνική πολιτική. Εκείνο που εν τέλει προκύπτει απερίφραστα από τις σελίδες του επετειακού τόμου είναι ότι η πόλη αποδείχτηκε ασταθής στο να καταφέρει την επιτυχή μετάβασή της στη σύγχρονη ιστορία της. Εκατό χρόνια μετά την ένταξη της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος, η πόλη παρουσιάζεται να βρίσκεται ακόμη σε μια διαρκή διαλεκτική, κυρίως συγκρουσιακή, σχέση με το «αυτοκρατορικό» της παρελθόν και να ακροβατεί αναφορικά με τον ταυτοτικό της προσδιορισμό, πραγματικότητες που την κρατούν δέσμια και δεν της επιτρέπουν να ορίσει με σαφήνεια τον μελλοντικό της προσανατολισμό. Η συμφιλίωση με τα ιστορικά δεδομένα της ύστερης οθωμανικής περιόδου δεν έχει επέλθει ακόμη και οι αναγκαίοι «συμβολισμοί» που απαιτούνται από την ιδεολογία του εθνικισμού δεν άφησαν την πόλη να αναπτύξει τη δική της νεωτερικότητα, τη δική της ιδιαίτερη μορφή και, επομένως, να αναζητήσει αδέσμευτη και με ενάργεια την μελλοντική της κατεύθυνση.

Αυτή λοιπόν η «μετάβαση», η ατελής και συγκρουσιακή σε κάποια επίπεδα, αναδεικνύεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ως το μείζον πρόβλημα της πόλης. Ένα πρόβλημα που, όπως προκύπτει, δεν παρουσιάστηκε μετά το 1912, αλλά προϋπήρχε στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη το ίδιο ατέρμονα και αντιφατικά. Η σπουδαιότητα της αναγνώρισης αυτού του ζητήματος και τελικά η συμπερασματική διαπίστωσή του αποτέλεσε τη βάση της πολύπλευρης ερευνητικής συνύπαρξης στις εργασίες του αφιερωματικού Διεθνούς Συνεδρίου και αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στις σελίδες του βιβλίου. Η «μετάβαση» αναδεικνύεται τελικά ως η κύρια ιδέα, η κυρίαρχη θεματική αλλά και ο πρωτότυπος προσανατολισμός του συλλογικού τόμου, γι’ αυτό και αποτυπώνεται και στον τίτλο του.

Ολοκληρώνοντας, πρόκειται για μια έκδοση που πετυχαίνει σε σημαντικό βαθμό τον σκοπό της και δικαιώνει με αυτόν τον τρόπο την επιθυμία των συντελεστών της να δημιουργήσουν ένα πολυδιάστατου περιεχομένου ανάγνωσμα που θα βρίσκεται μακριά από τις συνηθισμένες οπτικές και θα προσδοκά την εξωστρέφεια. Καταφέρνει, δηλαδή, να προβληματίσει το αναγνωστικό κοινό ώστε να αναζητήσει κάτι περισσότερο από τα συνηθισμένα, εσωστρεφή και μονοδιάστατα αφηγήματα που έχουν κατά εκατοντάδες γραφεί για την πόλη. Η δραματικότητα που βρίσκεται αιώνες τώρα να συνοδεύει τη συγκρουσιακή ταυτοτική αναζήτηση και την ατέρμονη διαδικασία μιας ανολοκληρωτικής μετάβασης της Θεσσαλονίκης αναδεικνύουν τελικά επιτακτική την ανάγκη ενός εξωστρεφούς προσανατολισμού για το μέλλον της. Για όλους όσοι συνέδεσαν τη ζωή τους με αυτή την πόλη η έκδοση του εν λόγω αφιερωματικού τόμου ακροβατεί ανάμεσα στον αινιγματικό προβληματισμό, τη νοσταλγία της ιστορικότητας και την αγωνία για τη μελλοντική της πορεία. Η ανάγνωσή του χρειάζεται να γίνει «με λογισμό και μ’ όνειρο», όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο εθνικός μας ποιητής.

Η Κωνσταντίνα Δ. Καρακώστα είναι Δρ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας.

 

Θεσσαλονίκη: Μια πόλη σε μετάβαση, 1912-2012
Συλλογικό
Επιμέλεια: Δημήτρης Καιρίδης
Επίκεντρο
584 σελ.
ISBN 978-960-458-562-5
Τιμή: €25,00
001 patakis eshop

 

 

 

πηγή : diastixo.gr