«Μυρτιώτισσα, η μεγάλη ποιήτρια της αγάπης» της Ελένης Χωρεάνθη

2017-02-16 17:53
«Μυρτιώτισσα, η μεγάλη ποιήτρια της αγάπης» της Ελένης Χωρεάνθη


Το ντύμα μου το σάρκινο μου το 'λιωσε η ψυχή μου

Με αφορμή ένα αυθεντικό χειρόγραφο γράμμα της που μου έλαχε να έχω στην κατοχή μου και να μου ανήκει, σκέφτηκα ένα μικρό αφιέρωμα στη μεγάλη ποιήτρια της αγάπης και του έρωτα.

Όταν, το 1963, κυκλοφόρησε στο Αγρίνιο η πρώτη μου ποιητική συλλογή Λίγα λουλούδια, ένας εξαίρετος Αγρινιώτης διανοούμενος, ο αείμνηστος Λάμπρος Τσιτσιμελής, συγγραφέας του βιβλίου Τα σκάνδαλα του Ολύμπου, μου έδωσε έναν κατάλογο με ονόματα διάσημων ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών για να τους στείλω το βιβλίο μου.

Την εποχή εκείνη, η έκδοση βιβλίου ακόμα αγνώστου συγγραφέα από επαρχιακό τυπογραφείο αποτελούσε είδηση, εκδοτικό γεγονός και τύχαινε θερμής υποδοχής και ευνοϊκής μεταχείρισης εκ μέρους των ανθρώπων του πνεύματος. Έτσι εξηγείται και η ανταπόκριση που είχε η αποστολή της μικρής μου ποιητικής συλλογής, που μαζί της έκανα δειλά τα πρώτα μου βήματα στο χώρο των γραμμάτων.

Ανάμεσα στις απαντήσεις που έλαβα, ήταν το συγκινητικό γράμμα ενός θρυλικού προσώπου, μιας εμβληματικής προσωπικότητας των Γραμμάτων και της Τέχνης και ιδιαίτερα της ερωτικής ποίησης: το χειρόγραφο γράμμα της μεγάλης ερωτικής ποιήτριας Θεώνης Δρακοπούλου, που έμεινε στη νεοελληνική λογοτεχνία με το ψευδώνυμο «Μυρτιώτισσα». Ένα σύντομο γράμμα, γραμμένο με το ίδιο το χέρι της θρυλικής Μυρτιώτισσας που με καλούσε στο σπίτι της «για να δει» εμένα!

Η συνάντηση εκείνη, δυστυχώς για μένα, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Λίγα χρόνια μετά (4 Αυγούστου 1968), η Μυρτιώτισσα «έφυγε» από τη ζωή και η πρόσκληση εκείνη έμεινε στο χειρόγραφο της μεγάλης Κυρίας της Ποίησής μας.

Σκέφτηκα, με την ευκαιρία της «Ημέρας των ερωτευμένων», να δημοσιοποιήσω αυτό το αυθεντικό χειρόγραφο για δύο λόγους: Πρώτον για την ιστορική του σημασία και αξία και τον συναισθηματικό φόρτο που κουβαλάει. Και δεύτερον ως παράδειγμα αντιμετώπισης των νέων, των πρωτοεμφανιζόμενων στον δύσβατο χώρο της Τέχνης από το σύνολο των μεγάλων και καταξιωμένων δημιουργών της εποχής εκείνης. Και κυρίως για την απλότητα και το ήθος τους. Μέσα σε λίγες γραμμές, η Μυρτιώτισσα με τον δικό της απλό, συμμαζεμένο τρόπο δίνει το στίγμα των ανθρώπων των Γραμμάτων τη δεκαετία του εξήντα. Ιδού το αυθεντικό χειρόγραφο:

Εκάλη 7/9/63
Αγαπητή Δεσποινίς
Τώρα μόλις μου έφεραν εδώ στην εξοχή τα Λίγα λουλούδια σας και χάρηκα όπως χαίρομαι πάντα όταν βλέπω γυναίκες να καταπιάνονται με ποίηση.
Δυστυχώς η κατάσταση των ματιών μου δεν μου επιτρέπει ακόμα να διαβάζω και όσο για να μου διαβάζουν άλλοι αυτό δεν με ευχαριστεί καθόλου, με κουράζει χωρίς να με τέρπει.
Πάντως ελπίζω σύντομα να μπορέσω μόνη μου να γνωρίσω τα λίγα μα ευωδιαστά καθώς πιστεύω λουλούδια σας.
Αν έρθετε στην Αθήνα ελάτε να σας δω, οδός Κοκλοβόρου 14 στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.
Θα είμαι εκεί κατά τα μέσα Οκτωβρίου.
Φιλικά και εγκάρδια
Μυρτιώτισσα

 

Βιογραφικό

Η ποιήτρια Μυρτιώτισσα (φιλολογικό ψευδώνυμο της Θεώνης Δρακοπούλου) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και μεγάλωσε στην Αθήνα και στο Παρίσι. Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια με πατρογονικές ρίζες στην Πάτρα. Φοίτησε στη Δραματική Σχολή Χιλ της Πλάκας. Από μαθήτρια είχε κλίση προς την ποίηση και το θέατρο κι έλαβε μέρος σε ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίου δράματος, παρακολούθησε μαθήματα στη Βασιλική Δραματική Σχολή Εθνικού Θεάτρου. Ως ηθοποιός εμφανίστηκε από τη Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου.

Το 1904 έλαβε μέρος στην παράσταση της Αντιγόνης του Σοφοκλή κι έπαιξε επίσης στο Δημοτικό και το Εθνικό Θέατρο, αλλά δεν συνέχισε ως ηθοποιός. Για τον γάμο της με τον εξάδελφό της Σπυρίδωνα Παππά και για τον γιο τους, τον διάσημο ηθοποιό, πρωταγωνιστή του Ελληνικού Θεάτρου, τον Γιώργο Παππά, κατά τη διαμονή τους στο Παρίσι γράφει σχετικά:

«Λάβαινα μέρος εδώ κι εκεί σε κάτι ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίων δραμάτων κι αργότερα πάλι σε καλύτερο και καλλιτεχνικότερο επίπεδο με τον καταπληχτικό Χρηστομάνο. Λέγανε πως είχα ταλέντο, μα δε μ’ άφησαν να το καλλιεργήσω. Έπειτα βιαστικά, σα να με είχαν πάρει τα χρόνια, με πάντρεψαν. Είναι ωστόσο βέβαιο πως εγώ προετοίμασα στο γιο μου το δρόμο που τον πέρασε αργότερα τόσο θριαμβευτικά, γιατί ως την ώρα που τον γέννησα, το μόνο πράγμα που μ’ απασχολούσε, το μόνο που πρόσεξα στο Παρίσι, σε κείνη τη μεγαλούπολη που πήγα μετά το γάμο μου, ήταν το θέατρο. Ο γάμος μου στάθηκε άτυχος. Εγώ η ίδια δέχτηκα να παντρευτώ έναν ξάδερφό μου που είχε έρθει τότε απ’ το Παρίσι για να μας δει και τον προτίμησα απ’ όλους τους νέους που γνώριζα. Δεν τον αγάπησα, όμως έλεγα πως το συγγενικό μας αίμα θα έσμιγε σιγά σιγά και τις ψυχές μας. Είχα άδικο. Όσο καλός κι αν ήταν, ευγενικός, μορφωμένος, όσο κι αν αγάπησε και φρόντισε κι αυτός όπως μπορούσε για τη μόρφωση του παιδιού μας, στο βάθος έμεινε ξένος για μένα. Αγαπούσε ωστόσο κι αυτός πολύ το θέατρο και με βοήθησε στο Παρίσι να πηγαίνω και ν’ ακούω τα μαθήματα που έδιναν φτασμένοι ηθοποιοί στην επίσημη Δραματική Σχολή του Κράτους. Οι καλύτερές μου ώρες ήταν εκείνες που περνούσα σ’ εκείνη την αίθουσα».

Ο γάμος της δεν κράτησε πολύ. Μετά τον χωρισμό, επέστρεψε στην Ελλάδα όπου εργάστηκε ως καθηγήτρια απαγγελίας στο Ωδείο Αθηνών. Σημαντικό ρόλο στη ζωή και στην ποίησή της έπαιξε η σχέση της με τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη, τον μεγάλο έρωτα της ζωής της, που τον αγάπησε με πάθος. Ο θάνατός του στη μάχη του Δρίσκου το 1912 της προξένησε μεγάλο πόνο. Από το πένθος και τον πόνο βρήκε λυτρωτική διέξοδο στην ποίηση.

Η Μυρτιώτισσα είναι από τις σημαντικότερες γυναικείες μορφές χώρο της νεοελληνικής ποίησης. Την ποίησή της χαρακτηρίζει το έντονο λυρικό στοιχείο, η αγάπη της για τη φύση και το δίπολο έρωτας-θάνατος.

Άνθρωπος με ιδιαίτερες ευαισθησίες, κατεξοχήν ερωτική ποιήτρια, έγραφε με πάθος και ειλικρίνεια για τον έρωτα, απελπισμένα. Η εξωστρέφειά της με τον καιρό και ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του μεγάλου Λορέντζου Μαβίλη μετατράπηκε σε εσωστρέφεια, Είναι χαρακτηριστικός ο στίχος της «Το ντύμα μου το σάρκινο μου το 'λιωσε η ψυχή μου».

Το ταλέντο της εκτιμήθηκε από τους ανθρώπους της τέχνης του καιρού της. Ο Κωστής Παλαμάς, γενναιόδωρος όπως ήταν σε όλους τους νέους, και ιδιαίτερα στις γυναίκες ποιήτριες, δεν έκρυβε τον θαυμασμό και την εκτίμησή του και προλόγισε τα σημαντικότερα από τα βιβλία της: Κίτρινες φλόγες (1925) και Κραυγές (1939).

 

Επιλογή από τα ερωτικά


Σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ, δεν μπορώ
Τίποτ’ άλλο να πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο!
Μπρος στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορπώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου
Τα δυο χέρια μου, να…
Σ’ τα προσφέρω δετά
Για να γείρεις γλυκά
Το κεφάλι
Κι η καρδιά μου σκιρτά
Κι όλη ζήλια ζητά
Να σου γίνει ως αυτά
Προσκεφάλι
Ω μελίσσι μου, πιες
Απ’ αυτόν τις γλυκές
Τις αγνές ευωδιές
Της ψυχής μου!
Σ’ αγαπώ τι μπορώ
Ακριβέ να σου πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο;

 

Τα βήματα

Τα βήματα, τα βήματά σου
τα γνώριμα τ’ αγαπημένα που είναι χαμένα.
Έχω ποθήσει τη μιλιά σου,
τα μάτια σου, τα δυο σου χέρια.
Κι έχω διψάσει τα φιλιά σου
και πια με σφάζουνε μαχαίρια.
Σαν θυμηθώ τα βήματά σου,
καίγονται ξαφνικά τ’ αστέρια.
Βρίσκομαι μες την αγκαλιά σου.
Τα βήματα, τα βήματά σου.
Τα βήματα, τα βήματά σου,
μες τα όνειρά μου τρομαγμένα,
φτάνουν σε μένα.
Έχω ξεχάσει τη μιλιά σου,
τα μάτια σου, τα δυο σου χέρια.
Κι έχω διψάσει τα φιλιά σου
και πια με σφάζουνε μαχαίρια.
Σαν θυμηθώ τα βήματά σου,
καίγονται ξαφνικά τ’ αστέρια.
Βρίσκομαι μες την αγκαλιά σου.
Τα βήματα, τα βήματά σου.

 

Έρωτας τάχα

Έρωτας τάχα να ‘ν’ αυτό
που έτσι με κάνει να ποθώ
τη συντροφιά σου,
που σαν βραδιάζει, τριγυρνώ
τα φωτισμένα για να δω
παράθυρά σου;
Έρωτας να ‘ναι η σιωπή
που όταν σε βλέπω, μου το κλείνεις
σφιχτά το στόμα,
που κι όταν μείνω μοναχή,
στέκω βουβή κι εκστατική
ώρες ακόμα;
Έρωτας να ‘ναι ή συμφορά,
με κάποιου αγγέλου τα φτερά
που έχει φορέσει,
κι έρχετ’ ακόμη μια φορά
με τέτοια δώρα τρυφερά
να με πλανέσει;
Μα ό,τι και να ‘ναι, το ποθώ,
και καλώς να ‘ρθει το κακό
που είν’ από σένα·
θα γίνει υπέρτατο αγαθό,
στα πόδια σου αν θα σωριαστώ
τ’ αγαπημένα.

 

Voluptas [1]

Ελάτε, ο κόσμος όλος είμαι εγώ!
μες απ’ τα χρυσοκόκκινα μαλλιά μου,
απ’ τη ματιά κι’ από τα δάχτυλά μου
της ηδονής πετιέται το στοιχειό.
Ελάτε, ο κόσμος όλος είμαι εγώ.
Όμως αγάπη μη γυρεύετ’ από μένα
Δε θα με ιδήτε μπρος σας να λυγίσω
και πάνε τα τραγούδια σας χαμένα.
Μέσα μου άγριες νιώθω επιθυμιές!
Και τις ερωτευμένες σας καρδιές
πως θα ‘θελα να μπόρεια να μασήσω
με τα λευκά μου δόντια τα γερά,
σα φρέσκα μυγδαλάκια τραγανά,
και τον αιμάτινο χυμό τους να ρουφήξω!
Δάκρυα δε θέλω, δάκρυα δε θέλω δε ζητώ
παρά φωτιά για τη φωτιά μου,
τα σαρκικά φιλιά μου,
στόμα που στάζει φλόγα να γευτεί.
Ω! τι με νοιάζει τότες κι’ αν κοπεί
το νήμα απ’ της Μοίρας μου τ’ αδράχτι,
αφού θα νιώθω πως από Ηδονή
θα σκορπιστεί το είναι μου σε στάχτη…

 

Πάθος

Ω! τα μάτια, τα μάτια σου
που όλο χρώματ’ αλλάζουν,
με γητεύουν τα μάτια σου
και βαθιά με σπαράζουν.
Μες στα χέρια –τα χέρια σου–
τα γερά, τ’ ατσαλένια,
τρεμουλιάζουν τα χέρια μου
σαν πουλιά λαβωμένα!
Και το σώμα, το σώμα σου,
νευρικό κι ανδρειωμένο,
πώς το λιώνει το σώμα μου
το βαριά κουρασμένο.

 

Τι άλλο, καλέ μου

Τι άλλο, καλέ μου, ζητάς από μένα
και στέκεις θλιμμένος μπροστά στη μορφή μου,
αφού κι η καρδιά μου, αφού κι η ψυχή μου,
–κι ας είσαι νεκρός– πλημμυρούν από Σένα;

Τα θεία τραγούδια σου ένα προς ένα
τα ζει κάθε νύχτα η ψάλτρα φωνή μου,
γενήκαν αυτά μοναχή προσευχή μου,
αγνή προσευχή, γεννημένη από Σένα!

Γιατί με κοιτάζεις με μάτια θλιμμένα;
Λαμπάδα σου ανάβω την ίδια ψυχή μου
και μέρα τη μέρα σκορπά κι η ζωή μου
για Σένα, τα ρόδα της τα χλωμιασμένα.

 

Ποιος είσαι συ;

Ποιος είσαι συ που στάθηκες πεισματικά μπροστά μου,
και των ματιών σου τα πετράδια
σαν πυρωμένα κάρβουνα ξεσκίζουν και τρυπούν
τα τρίδιπλά μου τα σκοτάδια;
Ποιος είσαι συ που τάραξες βαθιά τη μοναξιά μου;

Δε βλέπεις απ’ τον κόσμο αυτό πως είμαι πια φευγάτη;
Μήτε γυρεύω τίποτα, μήτε μπορώ να δώσω.
Τα φλογισμένα μάτια σου του κάκου με πονούν.
Και μοναχά το χέρι να σ’ απλώσω,
θα ’ναι κι αυτό μια βδελυρή, που δε μου στέκει, απάτη.

Το ντύμα μου το σάρκινο μου το' λυωσε η ψυχή μου,
κι έπεσε απάνω του βαρύς της λησμονιάς ο λίθος.
Τα γήινα τα στολίδια μου ξεφτίσανε κι αυτά.
κι είν’ η καρδιά σε τέτοιο βύθος!
Φύγε, το δρόμο τώρα πια θα πάρω μοναχή μου.

Είμαι του ίδιου μου εαυτού μια ανάλαφρη σκιά,
νεράκι π' αργοσώνουμαι μακρυά από την πηγή μου.
Γύρισε πίσω, εγώ τραβώ για τ' άυλα τα νησιά.
Κι αν μου τρυπάει τα σπλάχνα μου του πόθου σου η ματιά,
του κάκου! στάλα αιμάτινη δεν τρέχει απ’ την πληγή μου.

(Ανέκδοτο)
 

Μυρτιώτισσα

 

 

 

πηγή : diastixo.gr

Επικοινωνία

hmerologio

hmerologio

 

Μπορείτε να μας βρείτε και εδώ

 

Επικοινωνία

Ραδιόφωνο Άνω Βριλησσίων radioanovrilissia@yahoo.com